Δροσιά
Η ιστορία μου
Γεννήθηκα στην Αλόννησο και ποτέ δεν θέλησα πραγματικά να είμαι αλλού. Για χρόνια δούλευα εδώ με παιδιά, και τα παιδιά είναι που μου έμαθαν να κοιτάζω κάτω όταν περπατάω — τις πέτρες, τα κοχύλια, τα μικρά σπασμένα πράγματα που αφήνει η θάλασσα.
Ξεκίνησε με μια τσέπη γεμάτη πέτρες
Τις μαζεύαμε μαζί, τις πλέναμε και ζωγραφίζαμε πάνω τους πρόσωπα. Συνέχισα να το κάνω κι όταν τα παιδιά πήγαιναν σπίτι. Μετά ήρθαν τα θαλασσόξυλα που έφερναν οι χειμωνιάτικες φουρτούνες, και τα όστρακα από τα Τσουκαλιά, εκεί που ξεβράζονται ακόμη οι παλιοί αμφορείς.
Μαθαίνοντας τα υλικά
Ο σχιστόλιθος μου έμαθε υπομονή — σπάει αν βιαστείς. Το ξύλο δεύτερης ζωής μου έμαθε να δουλεύω με ό,τι είχε ήδη πάνω του: τα νερά του, τις παλιές τρύπες από καρφιά, το χρώμα που του είχε δώσει ο ήλιος. Άρχισα να ζωγραφίζω με κολάζ, στρώνοντας χαρτί και χρώμα, και μετά να σφραγίζω τα κομμάτια με υγρό γυαλί ώστε το χρώμα να κρατά το βάθος που έχει όταν είναι βρεγμένο.
Γιατί τα έργα δεν είναι ποτέ ίδια
Καμιά πέτρα δεν έχει το ίδιο σχήμα με μιαν άλλη, άρα καμιά ζωγραφιά δεν μπορεί να είναι η ίδια ζωγραφιά. Θα μπορούσα να τα κάνω ομοιόμορφα. Προτιμώ να μην το κάνω. Αυτό που παίρνετε είναι το έργο που διαλέξατε, με τα σημάδια της ημέρας που φτιάχτηκε.
Τι φτιάχνω στ’ αλήθεια
Η Αλόννησος τον χειμώνα είναι ήσυχη. Το φως του Αιγαίου, οι παραδοσιακές φορεσιές που φορούσε η γιαγιά μου, οι φώκιες του θαλάσσιου πάρκου, τα χρώματα ενός λιμανιού το σούρουπο — αυτά είναι που βάζω ξανά και ξανά στη δουλειά. Αν ένα έργο τέχνης πάρει λίγο από αυτά μαζί σας, έκανε τη δουλειά του.